Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κούτσουρο κούτσουρα
γενική κούτσουρου κούτσουρων
αιτιατική κούτσουρο κούτσουρα
κλητική κούτσουρο κούτσουρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κούτσουρο < μεσαιωνική ελληνική κούτσουρον < κόψουρον < κόπτω + ουρά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κούτσουρο ουδέτερο

  1. μεγάλο κομμάτι από τον κορμό ή από χοντρό κλαδί δέντρου
  2. (μεταφορικά) κάτι που φαίνεται ή είναι βαρύ και άκαμπτο
  3. (μεταφορικά) αυτός που δεν έχει μορφωθεί ή δεν μπορεί να μορφωθεί
  4. (μεταφορικά) ο άνθρωπος που έχει απομείνει χωρίς οικογένεια και φίλους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία