Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άκαμπτος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άκαμπτος -η -ο

  1. που δεν λυγίζει εύκολα
  2. που δεν υποχωρεί εύκολα αλλά παραμένει σταθερός, αμετακίνητος ή ακόμα αδιάλλακτος σε μια θέση ή άποψη


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία