Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λυγίζω < αρχαία ελληνική λυγίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

λυγίζω και λυγάω, λυγώ

  1. (μεταβατικό) αλλάζω το νοητό άξονα κάποιου αντικειμένου εφαρμόζοντας πίεση, χωρίς να το σπάσω ή να μεταβάλλω τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του
    Συνώνυμα κάμπτω, κυρτώνω
  2. (αμετάβατο) λυγίζω, κάμπτω τον εαυτό μου ή κάποιο μέλος του σώματός μου
  3. (αμετάβατο) (μεταφορικά) χάνω τη δύναμη της αντίστασής μου, ενδίδω

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λυγίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

λυγίζω

  1. (αμετάβατο) και (μεταβατικό) λυγίζω, κάμπτω, κυρτώνω
  2. (μεταφορικά) ρίχνω κάτω, καταβάλλω