Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λύγισμα τα λυγίσματα
      γενική του λυγίσματος των λυγισμάτων
    αιτιατική το λύγισμα τα λυγίσματα
     κλητική λύγισμα λυγίσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λύγισμα < αρχαία ελληνική λύγισμα < λυγίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λύγισμα ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία