Διεθνείς όροιΕπεξεργασία

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

log (en) συντομογραφία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

 
Ημερολόγιο πλοίου το 1882
log < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

log (en) ουδέτερο

  1. κούτσουρο, ο κομμένος κορμός δένδρου
  2. καυσόξυλα
     συνώνυμα: firewood
  3. ημερολόγιο
     συνώνυμα: journal
  4. (μεταφορικά) κούτσουρο, αυτός που δεν έχει μορφωθεί
  5. (αεροπορικός όρος) (ναυτικός όρος) ημερολόγιο καταγραφής σημαντικών συμβάντων σε αεροπλάνο ή πλοίο. Στα πλοία λέγεται και ημερολόγιο γέφυρας
     συνώνυμα: logbook, journal
  6. (πληροφορική) συντομογραφία του log file

  ΡήμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία