Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

record < γαλλική recorder

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

record (en)

  1. ρεκόρ
  2. δίσκος, άλμπουμ
  3. (πληροφορική) εγγραφή
  4. (βάσεις δεδομένων) εγγραφή, η γραμμή πίνακα σε σχεσιακή βάση δεδομένων
    ※  A record, also called a row, is each individual entry that exists in a table.[1]
    λείπει η μετάφραση

  ΡήμαΕπεξεργασία

record (en)

  1. καταγράφω
  2. μαγνητοφωνώ και/ή βιντεοσκοπώ
  3. υπενθυμίζω

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. (αγγλικά) "Introduction to SQL". Προσπέλαση 2020-03-19



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

record < αγγλική to record

  ΠροφοράΕπεξεργασία

record 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

record (fr)

ΣύνθεταΕπεξεργασία