Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταχωρώ < ελληνιστική κοινή καταχωρέω / καταχωρῶ (η λέξη άρχισε να χρησιμοποιείται παλιότερα με την εσφαλμένη έννοια καταχωρίζω, λόγω του κοινού τους θέματος "καταχωρισ-")

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταχωρώ

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία