Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταχωρίζω < αρχαία ελληνική καταχωρίζω < από τις λέξεις κατά και χωρίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταχωρίζω

  1. καταγράφω, εγγράφω κάτι σε βιβλίο, κατάλογο, λογαριασμό, αίτηση κτλ.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταχωρίζω < κατά + χωρίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταχωρίζω

  1. κατατάσσω, χωρίζω σε ομάδες
  2. καταγράφω σε κατάλογο