Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταξινομώ < ταξινόμος + ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική classifier)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ταξινομώ (παθητική φωνή: ταξινομούμαι)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία