Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

ταξινομώ, ήδη το 1873[1] < ταξι- + -νομώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική classifier)[2] Μορφολογικά αναλύεται σε ταξινόμ(ος) + .[3]

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /ta.ksi.noˈmo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τα‐ξι‐νο‐μώ

  Ρήμα επεξεργασία

ταξινομώ, -είς..., αόρ.: ταξινόμησα, παθ.φωνή: ταξινομούμαι, π.αόρ.: ταξινομήθηκα, μτχ.π.π.: ταξινομημένος

Συνώνυμα επεξεργασία

Συγγενικά επεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις τάξη και νόμος

Κλίση επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία

  Αναφορές επεξεργασία

  1. σελ. 979, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. ταξινομώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας