Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ταξινομία οι ταξινομίες
      γενική της ταξινομίας των ταξινομιών
    αιτιατική την ταξινομία τις ταξινομίες
     κλητική ταξινομία ταξινομίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταξινομία < καθαρεύουσα < τάξις + νόμος + -ία, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική taxonomy • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταξινομία θηλυκό

  1. ταξινόμηση
  2. (βιολογία) η επιστήμη της ταξινόμησης των ειδών των οργανισμών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία