Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τάξις τάξει τάξεις
Γενική τάξεως ταξέοιν τάξεων
Δοτική τάξει ταξέοιν τάξεσι(ν)
Αιτιατική τάξιν τάξει τάξεις
Κλητική τάξι τάξει τάξεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάξις < (τάσσω) ταγ- + -σις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάξις θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
  2. τάξη (μέρος συνόλου)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • ...
  • και δείτε τη λέξη τάσσω

  ΠηγέςΕπεξεργασία