Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάσσω < αρχαία ελληνική τάσσω (αττικό τάττω) < πρωτοελληνική *taťťō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *teh₂g-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈta.sɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

τάσσω

  1. ορίζω, καθορίζω
  2. υπόσχομαι, κάνω τάμα (συνήθως στον ενεστώτα εκφέρεται τάζω με αυτή την έννοια)

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία