Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάσσω < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική τάσσω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈta.so/
συλλαβισμός: τάσ‐σω
ομόηχο: Τάσο

  ΡήμαΕπεξεργασία

τάσσω

  1. ορίζω, καθορίζω
  2. υπόσχομαι, κάνω τάμα (συνήθως στον ενεστώτα εκφέρεται τάζω με αυτή την έννοια)
  3. δείτε και την παθητική φωνή: τάσσομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

διαφορετικού ετύμου

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάσσω < πρωτοελληνική *taťťō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *teh₂g-

  ΡήμαΕπεξεργασία

τάσσω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία