Δείτε επίσης: ταμάμ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τάμα τα τάματα
      γενική του τάματος των ταμάτων
    αιτιατική το τάμα τα τάματα
     κλητική τάμα τάματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάμα < μεσαιωνική ελληνική τάμα < αρχαία ελληνική τάγμα < τάττω/τάσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάμα ουδέτερο

  1. το τάξιμο, η υπόσχεση που δίνεται σε κάποια ανώτερη δύναμη, προκειμένου να μας εκπληρώσει μια επιθυμία μας
     συνώνυμα: τάξιμο
  2. πολύτιμο αντικείμενο, που αφιερώνεται στην ανώτερη δύναμη μετά από την εκπλήρωση της επιθυμίας (ενίοτε και πριν)
     συνώνυμα: ανάθημα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία