Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προστάζω < αρχαία ελληνική προστάσσω / προστάττω < πρός + τάσσω / τάττω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾɔˈstazɔ/
συλλαβισμός: προ‐στά‐ζω
παλαιός συλλαβισμός: προσ‐τά‐ζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προστάζω

  1. διατάζω
  2. επιτάσσω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία