Δείτε επίσης: ἐπιτάσσω, επιπάσσω, ἐπιπάσσω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιτάσσω < αρχαία ελληνική ἐπιτάσσω < ἐπί + τάσσω

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιτάσσω

  1. (λόγιο) διατάσσω, διατάζω
  2. (λόγιο) προβαίνω σε επίταξη

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία