Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

order < μέση αγγλική ordre < παλαιά γαλλική ordre, ordne, ordene < λατινική ordinem < ordo

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

order (en)

  1. η διαταγή
  2. η παραγγελία
  3. η τάξη (το να είναι όλα τακτοποιημένα, το αποτέλεσμα της υπακοής σε κανόνες)
  4. η τάξη, ταξινομική κατηγορία που συνενώνει συγγενείς μεταξύ τους οικογένειες
  5. η σειρά
    ... after serving an unlikely apprenticeship as a civil servant, rock and roll guitarist, shop owner and disc jockey - though not necessarily in that order (από το δικτυακό τόπο του BBC)
  6. τάγμα (θρησκευτικό)
  7. (μαθηματικά) διάταξη

κατάλληλες προθέσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • in order
  • in order to
  • έκφραση: (do something) in correct order
  • έκφραση: put in the right order

  ΡήμαΕπεξεργασία

order (en)

  1. διατάζω
  2. παραγγέλλω
  3. τακτοποιώ