Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραγγελία παραγγελίες
γενική παραγγελίας παραγγελιών
αιτιατική παραγγελία παραγγελίες
κλητική παραγγελία παραγγελίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραγγελία < αρχαία ελληνική παραγγελία < παραγγέλλω < παρά + αγγέλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παραγγελία θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παραγγέλλω
    1. μήνυμα που περιέχει και ένα αίτημα
    2. το σύνολο των αγαθών που ζητεί ένας πελάτης να αγοράσει από ένα κατάστημα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία