Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μήνυμα τα μηνύματα
      γενική του μηνύματος των μηνυμάτων
    αιτιατική το μήνυμα τα μηνύματα
     κλητική μήνυμα μηνύματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μήνυμα < αρχαία ελληνική μήνυμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μήνυμα ουδέτερο (πληθυντικός μηνύματα)

  1. γραπτό ή προφορικό κείμενο που αφήνει ή στέλνει κάποιος σε άλλον
    αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο
  2. ιδέα ή νόημα που προσπαθεί κάποιος να επικοινωνήσει, η κεντρική ιδέα μιας ενέργειας, ενός κειμένου κλπ.
    ο λαός έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα στα μεγάλα κόμματα στις πρόσφατες εκλογές

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μήνυμα < μηνύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μήνυμα ουδέτερο

  1. πληροφόρηση