Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μήνυμα τα μηνύματα
      γενική του μηνύματος των μηνυμάτων
    αιτιατική το μήνυμα τα μηνύματα
     κλητική μήνυμα μηνύματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μήνυμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μήνυμα [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmi.ni.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μή‐νυ‐μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μήνυμα ουδέτερο

  1. γραπτό ή προφορικό κείμενο που αφήνει ή στέλνει κάποιος σε άλλον
    αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο
  2. ιδέα ή νόημα που προσπαθεί κάποιος να επικοινωνήσει, η κεντρική ιδέα μιας ενέργειας, ενός κειμένου κλπ.
    Ο λαός έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα στα μεγάλα κόμματα στις πρόσφατες εκλογές.

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
μηνῡματ-
ονομαστική τὸ μήνυμᾰ τὰ μηνύμᾰτ
      γενική τοῦ μηνύμᾰτος τῶν μηνυμᾰ́των
      δοτική τῷ μηνύμᾰτ τοῖς μηνύμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ μήνυμᾰ τὰ μηνύμᾰτ
     κλητική ! μήνυμᾰ μηνύμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μηνύμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  μηνυμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μήνυμα < μηνύ(ω) + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μήνυμα ουδέτερο

  ΠηγέςΕπεξεργασία