Δείτε επίσης: ἀφήνω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφήνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀφήνω (δείτε και γραφή ἀφίνω) ή με μεταπλασμό, ή από την ελληνιστική κοινή ἀφίω < αρχαία ελληνική ἀφίημι[1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

αφήνω, πρτ.: άφηνα, αόρ.: άφησα/άφηκα/αφήκα, παθ.φωνή: αφήνομαι, π.αόρ.: αφέθηκα, μτχ.π.π.: αφημένος, προστ. αορ.: άφησε και άσε

  1. χαλαρώνω τη λαβή μου και έτσι παύω να κρατώ κάτι επιτρέποντάς του να κινηθεί ελεύθερα
    άφησε το μολύβι του να πέσει στο πάτωμα
  2. παύω να έχω πάνω μου ένα αντικείμενο και το ακουμπώ σε κάποιο σημείο
    μάλλον άφησα το πορτοφόλι μου πάνω στο τραπέζι
  3. δε μετακινώ κάτι, δεν του αλλάζω την κατάστασή του
    άφησε τα πιάτα στο τραπέζι
    θα με αφήσεις ήσυχο;
  4. παραδίδω κάτι σε κάποιον, για να το ξαναπάρω αργότερα
    άφησα το αυτοκίνητο στο συνεργείο
  5. παύω να ασχολούμαι με κάτι και το εμπιστεύομαι σε άλλον
    ας το αφήσουμε στους ειδικούς
  6. ορίζω αντικαταστάτη
    άφησα το Νίκο στο πόδι μου για το διάστημα που θα λείπω
  7. σταματώ να ακολουθώ μια τακτική
    ας αφήσουμε τα υπονοούμενα
  8. κληροδοτώ
    ο θείος μου μου άφησε στη διαθήκη του ένα διαμέρισμα
  9. φεύγω
    άφησε την πατρίδα του και πήγε στην Αμερική
  10. εγκαταλείπω κάτι με το οποίο με συνέδεε στενή σχέση, παρατώ
    άφησε την παλιά του δουλειά αλλά δεν κατάφερε ακόμα να βρει καινούρια
    άφησε τον άντρα της και τα παιδιά της
  11. ελευθερώνω, δεν κρατώ πια δέσμιο
    τον άφησαν ελεύθερο
  12. επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι
    οι επιτηρητές τον άφησαν να αντιγράψει

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αφήνω μούσι, μουστάκι: δεν ξυρίζομαι ώστε να αναπτυχθεί τριχοφυΐα

ΚλίσηΕπεξεργασία

Παθητική φωνή: → λείπει η κλίση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία