Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αφετηρία αφετηρίες
γενική αφετηρίας αφετηριών
αιτιατική αφετηρία αφετηρίες
κλητική αφετηρία αφετηρίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφετηρία < ελληνιστική κοινή ἀφετηρία (γραμμή) < ἀφετήριος < ἀφετήρ < ἀφίημι < ἀπό + ἵημι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αφετηρία θηλυκό

  1. το σημείο από το οποίο ξεκινάει κάποιος
    • (ειδικότερα) το σημείο, η στάση από την οποία ξεκινάει τη διαδρομή του ένα μέσο μαζικής συγκοινωνίας, που μπορεί να διαφέρει από το κοντινό σημείο ή στάση που χρησιμοποιείται σαν τέρμα
    • (ειδικότερα) διακριτή γραμμή από την οποία ξεκινάνε διαγωνιζόμενοι σε αγώνα ταχύτητας
    • (μεταφορικά) κατάσταση που αποτελεί αρχή για κάτι καινούριο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία