Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θεμέλιο τα θεμέλια
      γενική του θεμελίου
θεμέλιου
των θεμελίων
    αιτιατική το θεμέλιο τα θεμέλια
     κλητική θεμέλιο θεμέλια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θεμέλιο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο θεμέλιος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θeˈme.li.o/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θεμέλιο ουδέτερο

  1. η υλική βάση ενός κτίσματος
     συνώνυμα: κρηπίδα
  2. (μεταφορικά) αυτό στο οποίο στηρίζεται κάποιος
     συνώνυμα: βάση

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • εκ θεμελίων : από τη βάση, συθέμελα
  • έχω γερά θεμέλια : έχω στέρεες βάσεις (σε γνώσεις, αξίες κ.λπ.)
  • ρίχνω τα θεμέλια : τοποθετώ τις βάσεις από οπλισμένο σκυρόδεμα, όπου θα οικοδομηθεί ένα κτίσμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία