Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θεμέλιος < αρχαία ελληνική θεμέλιος < τίθημι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θεμέλιος

  1. που αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται ένα οικοδόμημα
    ο θεμέλιος λίθος
    • (μεταφορικά)
      η εμπιστοσύνη είναι ο θεμέλιος λίθος σε μια φιλία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία