Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θεμέλιος η θεμέλια το θεμέλιο
      γενική του θεμέλιου της θεμέλιας του θεμέλιου
    αιτιατική τον θεμέλιο τη θεμέλια το θεμέλιο
     κλητική θεμέλιε θεμέλια θεμέλιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θεμέλιοι οι θεμέλιες τα θεμέλια
      γενική των θεμέλιων των θεμέλιων των θεμέλιων
    αιτιατική τους θεμέλιους τις θεμέλιες τα θεμέλια
     κλητική θεμέλιοι θεμέλιες θεμέλια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θεμέλιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεμέλιος[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θeˈme.li.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θε‐μέ‐λι‐ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θεμέλιος (Χρειάζεται σημείωση για το θηλυκό)

  1. που αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται ένα οικοδόμημα
    ο θεμέλιος λίθος
  2. (μεταφορικά)
    Η εμπιστοσύνη είναι ο θεμέλιος λίθος σε μια φιλία.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
θεμελῐο-
ονομαστική / θεμέλιος τὸ θεμέλιον
      γενική τοῦ/τῆς θεμελίου τοῦ θεμελίου
      δοτική τῷ/τῇ θεμελί τῷ θεμελί
    αιτιατική τὸν/τὴν θεμέλιον τὸ θεμέλιον
     κλητική ! θεμέλιε θεμέλιον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ θεμέλιοι τὰ θεμέλι
      γενική τῶν θεμελίων τῶν θεμελίων
      δοτική τοῖς/ταῖς θεμελίοις τοῖς θεμελίοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς θεμελίους τὰ θεμέλι
     κλητική ! θεμέλιοι θεμέλι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ θεμελίω τὼ θεμελίω
      γεν-δοτ τοῖν θεμελίοιν τοῖν θεμελίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές


ζητούμενο λήμμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη τίθημι

  ΠηγέςΕπεξεργασία