Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στάδιο τα στάδια
      γενική του σταδίου των σταδίων
    αιτιατική το στάδιο τα στάδια
     κλητική στάδιο στάδια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στάδιο< αρχαία ελληνική στάδιον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsta.ði.ɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στάδιο ουδέτερο

  1. μεγάλος χώρος, συνήθως ανοιχτός, ειδικά διαμορφωμένος με εγκαταστάσεις και με θέσεις για μεγάλο αριθμό θεατών, που χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση αθλητικών αγώνων, κυρίως κλασικού αθλητισμού, αλλά μπορεί να διατεθεί και για άλλες εκδηλώσεις, καλλιτεχνικού, πολιτιστικού, πολιτικού κ.λπ. χαρακτήρα
    οι εγκαταστάσεις / οι κερκίδες / το πέταλο του σταδίου
    • (συνεκδοχικά) οι θεατές που παρακολουθούν ένα αθλητικό αγώνα ή κάποια άλλη εκδήλωση στο στάδιο
    το στάδιο ολόκληρο χειροκροτούσε
  2. η χρονική περίοδος που έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ώστε να διακρίνεται σαφώς από τις προηγούμενες και τις επόμενες, κατά τη διάρκεια της πορείας / εξέλιξης ενός φαινομένου ή ενός γεγονότος
    προκαταρκτικό / πειραματικό / παιδικό / εφηβικό / στάδιο
  3. (μεταφορικά) ο χώρος στον οποίο πραγματοποιείται μια επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία παρέχει συνήθως τη δυνατότητα διάκρισης και ανέλιξης
    επέλεξε το ερευνητικό στάδιο
  4. μονάδα μήκους κατά την αρχαιότητα, ίση με 184,87 μέτρα
  5. (ναυτικός όρος) η μονάδα μέτρησης των θαλάσσιων αποστάσεων, ίση με 182 μέτρα, δηλαδή το 1/10 του ναυτικού μιλίου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια