Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγκατάσταση οι εγκαταστάσεις
      γενική της εγκατάστασης* των εγκαταστάσεων
    αιτιατική την εγκατάσταση τις εγκαταστάσεις
     κλητική εγκατάσταση εγκαταστάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εγκαταστάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκατάσταση < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγκατάσταση θηλυκό

  1. η ενέργεια του ρήματος εγκαθιστώ
  2. η απόκτηση μόνιμης διαμονής-κατοικίας σε έναν τόπο
  3. σύνολο κτηριακών και μηχανολογικών υποδομών

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία