Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκαθιστώ < αρχαία ελληνική ἐγκαθίστημι < ἐν + κατά + ἵστημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

εγκαθιστώ , πρτ.: εγκαθιστούσα, στ.μέλλ.: θα εγκαταστήσω, αόρ.: εγκατέστησα, παθ.φωνή: εγκαθίσταμαι, μτχ.π.π.: εγκατεστημένος

  1. τοποθετώ κάτι σε μια μόνιμη θέση
  2. (λογισμικό) αποθηκεύω όλα τα απαραίτητα εκτελέσιμα αρχεία και βιβλιοθήκες ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και εγγράφω όλες τις απαραίτητες ρυθμίσεις στο μητρώο ή στα αρχεία ρυθμίσεων του λειτουργικού συστήματος, ώστε αυτό να λειτουργεί κανονικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία