Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγγράφω < αρχαία ελληνική ἐγγράφω (σε ορισμένες σημασίες: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική inscrire)

  ΡήμαΕπεξεργασία

εγγράφω (παθητική φωνή: εγγράφομαι)

  1. γράφω (με επίσημο τρόπο) κάποιον ή κάτι σε μια κατάσταση, κατάλογο ή σε κάποιο (λογιστικό) βιβλίο / έγγραφο
  2. συγκαταλέγω κάποιον ή κάτι μαζί με άλλα όμοιά τους
  3. καταγράφω εικόνα ή ήχο σε κατάλληλο μέσο
  4. (μαθηματικά) σχηματίζω ένα γεωμετρικό σχήμα μέσα σε άλλο, με τρόπο ώστε κάποια σημεία ή γραμμές τους να είναι κοινά
  5. (πληροφορική) burn: πραγματοποιώ (μόνιμη) εγγραφή σε μνήμες μίας χρήσης όπως CD, DVD, ROM
     συνώνυμα: καίω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία