Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοινά < κοινός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

κοινά

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κοινά