Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοινό < αρχαία ελληνική κοινός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική public

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ci.ˈnɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοινό ουδέτερο, χωρίς πληθυντικό

  1. η μεγάλη μάζα του πληθυσμού, σύνολο ανθρώπων οι οποίοι συνδέονται με χαλαρούς και άτυπους κοινωνικούς δεσμούς, σαφείς όμως ως προς τα ενδιαφέροντα και τους ευρύτερους προσανατολισμούς
    απαγορεύεται η είσοδος στο κοινό
  2. σύνολο ανθρώπων που μετέχουν σε μια κοινωνική ή άλλη δραστηριότητα ή παρακολουθούν ως αναγνώστες, ακροατές, θεατές ή επισκέπτες μια καλλιτεχνική, επιστημονική, αθλητική ή άλλη εκδήλωση
    περιοδικό με μεγάλο αναγνωστικό κοινό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κοινό