Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κοινός κοινή κοινό
γενική κοινού κοινής κοινού
αιτιατική κοινό κοινή κοινό
κλητική κοινέ κοινή κοινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοινοί κοινές κοινά
γενική κοινών κοινών κοινών
αιτιατική κοινούς κοινές κοινά
κλητική κοινοί κοινές κοινά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοινός < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική κοινός & μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική commun και από την αγγλική common[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ciˈnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κοι‐νός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοινός, -ή, -ό, συγκριτικός: κοινότερος, υπερθετικός: κοινότατος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τα συγγενικά και σύνθετά τους:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία