Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κοινός κοινή κοινό
γενική κοινού κοινής κοινού
αιτιατική κοινό κοινή κοινό
κλητική κοινέ κοινή κοινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοινοί κοινές κοινά
γενική κοινών κοινών κοινών
αιτιατική κοινούς κοινές κοινά
κλητική κοινοί κοινές κοινά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοινός < αρχαία ελληνική κοινός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ci.ˈnɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοινός

  1. αυτός που είναι ίδιος με όλους
Είχε ένα άχρωμο πρόσωπο με κοινά χαρακτηριστικά. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία