Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ατομικός η ατομική το ατομικό
      γενική του ατομικού της ατομικής του ατομικού
    αιτιατική τον ατομικό την ατομική το ατομικό
     κλητική ατομικέ ατομική ατομικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ατομικοί οι ατομικές τα ατομικά
      γενική των ατομικών των ατομικών των ατομικών
    αιτιατική τους ατομικούς τις ατομικές τα ατομικά
     κλητική ατομικοί ατομικές ατομικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατομικός < άτομ(ο) + -ικός < αρχαία ελληνική ἄτομον (άκοπο, άτμητο)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ατομικός, -ή, -ό

  1. που αφορά ένα άτομο αντί για ομάδα ανθρώπων
    ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις, ατομική ψυχολογία, ατομική φωνολογία ή φωνολογία του ατόμου
     συνώνυμα: προσωπικός
     αντώνυμα: συλλογικός
  2. (φυσική)
    1. που έχει σχέση με το άτομο (το πιο μικρό στοιχείο της ύλης που διατηρεί το βασικό της χαρακτήρα)
      ατομικός αριθμός
    2. που έχει σχέση με την πυρηνική ενέργεια ή τη μελέτη της
      ατομική ενέργεια, ατομικός επιστήμονας
       συνώνυμα: πυρηνικός
  3. (φιλοσοφία) που είναι αδύνατο να χωριστεί
    1. (νεολογισμοί: λογική, μαθηματικά, γλωσσολογία)
      νεολογικοί όροι επιστημών από τα αγγλικά, όπως ατομική έννοια (atomic concept), ατομική πρόταση (atomic sentence, atomic proposition), ατομικός κανόνας (atomic rule)
    2. (πληροφορική) σύνολο λειτουργιών που αντιμετωπίζονται σαν μία και αδιαίρετη (βλ. ατομικότητα)
    3. (πληροφορική) τιμή που λαμβάνεται σαν ολότητα και δεν πρέπει να υποδιαιρείται σε περισσότερες τιμές, όπως σε κάποιες περιπτώσεις μιά συμβολοσειρά (string)
      Αντίθετα από το μοντέλο ΟΣ που επιτρέπει σύνθετα και πλειότιμα γνωρίσματα, στο σχεσιακό μοντέλο κάθε γνώρισμα παίρνει ατομικές τιμές, δηλαδή μια απλή τιμή.[2]
      Mε τον όρο ατομικές (atomic) εννοούμε ότι καμιά τιμή από το πεδίο ορισμού δεν μπορεί να διασπαστεί, στα πλαίσια του σχεσιακού μοντέλου.[3]

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

{{({}}

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία