Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ατομικός ατομική ατομικό
γενική ατομικού ατομικής ατομικού
αιτιατική ατομικό ατομική ατομικό
κλητική ατομικέ ατομική ατομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατομικοί ατομικές ατομικά
γενική ατομικών ατομικών ατομικών
αιτιατική ατομικούς ατομικές ατομικά
κλητική ατομικοί ατομικές ατομικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατομικός < άτομ(ο) + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ατομικός, -ή, -ό

  1. που αφορά το άτομο αντί για ομάδα ανθρώπων
    ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις
     συνώνυμα: προσωπικός
     αντώνυμα: συλλογικός
  2. (φυσική) που έχει σχέση με το άτομο (το πιο μικρό στοιχείο της ύλης που διατηρεί το βασικό της χαρακτήρα)
    ατομική ενέργεια
  3. που είναι αδύνατο να χωριστεί
  4. (λογική) βλ. ατομική πρόταση
  5. (πληροφορική) σύνολο λειτουργιών που αντιμετωπίζονται σαν μία και αδιαίρετη (βλ. ατομικότητα)
  6. (πληροφορική) τιμή που λαμβάνεται σαν ολότητα και δεν πρέπει να υποδιαιρείται σε περισσότερες τιμές, όπως σε κάποιες περιπτώσεις μιά συμβολοσειρά (string)
    Αντίθετα από το μοντέλο ΟΣ που επιτρέπει σύνθετα και πλειότιμα γνωρίσματα, στο σχεσιακό μοντέλο κάθε γνώρισμα παίρνει ατομικές τιμές, δηλαδή μια απλή τιμή.[1]
    Mε τον όρο ατομικές (atomic) εννοούμε ότι καμιά τιμή από το πεδίο ορισμού δεν μπορεί να διασπαστεί, στα πλαίσια του σχεσιακού μοντέλου.[2]

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 44, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04
  2. Μ.Χατζόπουλος, 2009, Το Σχεσιακό Μοντέλο - Σχεσιακή Άλγεβρα, Σχεσιακός Λογισμός, σελ. 5. Προσπέλαση 2020-02-06