Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ατομικός ατομική ατομικό
γενική ατομικού ατομικής ατομικού
αιτιατική ατομικό ατομική ατομικό
κλητική ατομικέ ατομική ατομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατομικοί ατομικές ατομικά
γενική ατομικών ατομικών ατομικών
αιτιατική ατομικούς ατομικές ατομικά
κλητική ατομικοί ατομικές ατομικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατομικός < άτομ(ο) + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ατομικός, -ή, -ό

  1. που αφορά το άτομο αντί για ομάδα ανθρώπων
    ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις
    συνώνυμα: προσωπικός
    αντώνυμα: συλλογικός
  2. (φυσική) που έχει σχέση με το άτομο (το πιο μικρό στοιχείο της ύλης που διατηρεί το βασικό της χαρακτήρα)
    ατομική ενέργεια
  3. που είναι αδύνατο να χωριστεί
  4. (πληροφορική) σύνολο λειτουργιών που αντιμετωπίζονται σαν μία και αδιαίρετη (βλ. ατομικότητα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία