Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική υποατομικός υποατομική υποατομικό
γενική υποατομικού υποατομικής υποατομικού
αιτιατική υποατομικό υποατομική υποατομικό
κλητική υποατομικέ υποατομική υποατομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποατομικοί υποατομικές υποατομικά
γενική υποατομικών υποατομικών υποατομικών
αιτιατική υποατομικούς υποατομικές υποατομικά
κλητική υποατομικοί υποατομικές υποατομικά

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

υπο- + ατομικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/?/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υποατομικός αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο
(κβαντική μηχανική), (κβαντική χρωμοδυναμική), (σωματιδιακή φυσική), (φυσική), (αστροφυσική)

  1. που αφορά θεμελιώδη σωματίδια
    • για σωματίδια που δεν αποτελούνται από άλλα
  2. που αφορά ή συμβαίνει στην κλίμακα Planck
  3. (μεταφορικά) μικροσκοπικός