Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

single (en)

  • ανύπαντρος, ελεύθερος
    I don't want to stay single forever. Sometime I want to have a family.
    Δεν θέλω να μείνω ανύπαντρος για πάντα. Κάποτε θέλω να φτιάξω οικογένεια.
  • μόνο ένας
    He had a single goal when he was growing up: to leave town.
    Είχε ένα μόνο σκοπό όταν μεγάλωνε: να φύγει από το χωριό.
  • για χρήση ενός ατόμου
    I want to reserve a single room for three nights.
    Θέλω να κλείσω ένα μονόκλινο για τρεις νύχτες.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

single (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας single
γ΄ ενικό ενεστώτα singles
αόριστος singled
παθητική μετοχή singled
ενεργητική μετοχή singling

single (en)

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία