Δείτε επίσης: μόνος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μονός η μονή το μονό
      γενική του μονού της μονής του μονού
    αιτιατική τον μονό τη μονή το μονό
     κλητική μονέ μονή μονό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μονοί οι μονές τα μονά
      γενική των μονών των μονών των μονών
    αιτιατική τους μονούς τις μονές τα μονά
     κλητική μονοί μονές μονά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μονός < αρχαία ελληνική μόνος (μεταφορά του τονισμού κατά τα απλός, διπλός κλπ)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μονός-ή-ό

  1. που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο ή μέλος ή κομμάτι
     συνώνυμα: (λόγιο) απλός
  2. (για ακέραιους αριθμούς) περιττός, που δεν διαιρείται με το δύο
     αντώνυμα: ζυγός
  3. (συνεκδοχικά) αυτοκίνητο που ο αριθμός κυκλοφορίας του είναι μονός, που λήγει σε μονό ψηφίο
  4. (συνεκδοχικά) ο οδηγός ή ο ιδιοκτήτης αυτοκινήτου που έχει μονό αριθμό κυκλοφορίας
  5. Το θηλυκό ως ουσιαστικό, η μονή, το μοναστήρι βλέπε λέξη.

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τα θέλω μονά-ζυγά δικά μου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία