Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική περιττός περιττή περιττό
γενική περιττού περιττής περιττού
αιτιατική περιττό περιττή περιττό
κλητική περιττέ περιττή περιττό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιττοί περιττές περιττά
γενική περιττών περιττών περιττών
αιτιατική περιττούς περιττές περιττά
κλητική περιττοί περιττές περιττά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιττός < αρχαία ελληνική περιττός < αττικός τύπος του περισσός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

περιττός

  1. (μαθηματικά) ακέραιος αριθμός που έχει υπόλοιπο όταν διαιρείται με το 2
    όλοι οι πρώτοι αριθμοί εκτός από το 2 είναι περιττοί, π.χ. 3, 5, 7, 11
     συνώνυμα: μονός
     αντώνυμα: άρτιος, ζυγός
  2. που δεν είναι απαραίτητος, ο μη αναγκαίος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία