περιττός
Ελληνικά (el) Επεξεργασία
Ετυμολογία Επεξεργασία
- περιττός < αρχαία ελληνική περιττός < αττικός τύπος του περισσός
ΕπίθετοΕπεξεργασία
περιττός
- που δεν είναι απαραίτητος, ο μη αναγκαίος
- άχρηστος, κυρίως για πράξη χωρίς ουσία ή αποτέλεσμα
- τα λόγια είναι περιττά
- (μαθηματικά) ακέραιος αριθμός που έχει υπόλοιπο όταν διαιρείται με το 2