Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

redundant (en)

  1. περιττός, που ξεπερνά το αναγκαίο, πλεονάζων
  2. (στο ΗΒ και την Αυστραλία) απολυμένος από τη δουλειά του επειδή δεν ήταν πια αναγκαίος