Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απολυμένος η απολυμένη το απολυμένο
      γενική του απολυμένου της απολυμένης του απολυμένου
    αιτιατική τον απολυμένο την απολυμένη το απολυμένο
     κλητική απολυμένε απολυμένη απολυμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απολυμένοι οι απολυμένες τα απολυμένα
      γενική των απολυμένων των απολυμένων των απολυμένων
    αιτιατική τους απολυμένους τις απολυμένες τα απολυμένα
     κλητική απολυμένοι απολυμένες απολυμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απολυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απολύω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

απολυμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη απολύω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία