Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απαραίτητος η απαραίτητη το απαραίτητο
      γενική του απαραίτητου της απαραίτητης του απαραίτητου
    αιτιατική τον απαραίτητο την απαραίτητη το απαραίτητο
     κλητική απαραίτητε απαραίτητη απαραίτητο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απαραίτητοι οι απαραίτητες τα απαραίτητα
      γενική των απαραίτητων των απαραίτητων των απαραίτητων
    αιτιατική τους απαραίτητους τις απαραίτητες τα απαραίτητα
     κλητική απαραίτητοι απαραίτητες απαραίτητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απαραίτητος < αρχαία ελληνική ἀπαραίτητος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απαραίτητος, -η, -ο

  1. αναγκαίος, που χρειάζεται απόλυτα ή που χωρίς αυτόν δεν μπορεί να γίνει κάτι
    δεν έχει τα απαραίτητα προσόντα για αυτή τη θέση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία