Δείτε επίσης: Ζυγός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ζυγός οι ζυγοί
      γενική του ζυγού των ζυγών
    αιτιατική τον ζυγό τους ζυγούς
     κλητική ζυγέ ζυγοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζυγός < αρχαία ελληνική ζυγός, άλλη μορφή του ζυγόν < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *iugóm «ζυγός»

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zi.ˈɣɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζυγός αρσενικό

  1. όργανο μέτρησης της μάζας
    ζυγός ακριβείας
  2. ξύλινο εξάρτημα για το ζέψιμο των ζώων
    πέρνα το ζυγό στο βόδι
  3. η δουλεία, η σκλαβιά
    ο ζυγός των κατακτητών
  4. σειρά στρατιωτών, μαθητών κ.λπ. σε ειδική παράταξη και παράγγελμα
    'εφ' ενός ζυγού ή επί δύο ζυγών κ.ο.κ.
    τους ζυγούς λύσατε! (αραιώσατε! ή πυκνώσατε!)


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ζυγός ζυγή ζυγό
γενική ζυγού ζυγής ζυγού
αιτιατική ζυγό ζυγή ζυγό
κλητική ζυγέ ζυγή ζυγό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζυγοί ζυγές ζυγά
γενική ζυγών ζυγών ζυγών
αιτιατική ζυγούς ζυγές ζυγά
κλητική ζυγοί ζυγές ζυγά

ζυγός -ή - ό

  1. (αριθμητική) που διαιρείται ακριβώς με το 2, ο άρτιος (αριθμός), κάτι που είναι διπλό ή ζευγαρωτό
  2. ο κάτοχος ΙΧ με ζυγό αριθμό
    δεν κυκλοφορώ σήμερα, είμαι ζυγός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zdy.ɡós/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζυγός αρσενικό