Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

file (en)

  1. αρχείο, σύνολο εγγράφων
  2. στοίχος, σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλο
  3. λίμα
  4. (πληροφορική) αρχείο, σύνολο δεδομένων αποθηκευμένων σε σκληρό δίσκο ή άλλο ηλεκτρονικό αποθηκευτικό μέσο

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

file (en)

  1. υποβάλλω / καταθέτω επίσημο έγγραφο σε διοικητική ή δικαστική αρχή
  2. αρχειοθετώ
  3. κινούμαι σε ένα στοίχο
  4. λιμάρω
  5. (πληροφορική) αποθηκεύω ένα αρχείο σε σκληρό δίσκο ή άλλο ηλεκτρονικό αποθηκευτικό μέσο



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fil/
file 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

file (fr) θηλυκό (πληθυντικός files)