Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταθέτω < αρχαία ελληνική κατατίθημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταθέτω

  1. (γενικότερα) τοποθετώ κάποιο αντικείμενο σε μνημείο σαν ένδειξη θαυμασμού ή εκτίμησης
  2. (οικονομία) τοποθετώ χρήματα σε λογαριασμό
  3. (νομικός όρος) δίνω κάποια μαρτυρία ή έντυπο σε δικαστική ή άλλη αρχή
    κατέθεσε την παραίτησή του
    πήγε στο δικαστήριο για να καταθέσει υπέρ του κατηγορούμενου
    • (συνεκδοχικά) δίνω ή υποβάλω σε κάποια δημόσια ή άλλη αρχή κάποιο έντυπο ή άλλο αντικείμενο που μου έχει δοθεί ή εντολή που μου έχει ανατεθεί, χάνοντας έτσι το αντίστοιχο δικαίωμα χρήσης του
    κατέθεσαν τα σήματά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας
    μετά από τα τελευταία γεγονότα ο Πρωθυπουργός κατέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία