Δείτε επίσης: δουλειά

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δουλεία οι δουλείες
      γενική της δουλείας των δουλειών
    αιτιατική τη δουλεία τις δουλείες
     κλητική δουλεία δουλείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δουλεία < αρχαία ελληνική δουλεία < δουλεύω < δοῦλος.Συγκρίνετε με το δουλειά.
για τον νομικό όρο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική servitude[1] Δείτε και τη μεσαιωνική ελληνική δουλεία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðuˈli.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δου‐λεί‐α δείτε και δουλειά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δουλεία θηλυκό

  1. η κατάσταση του δούλου, η υποδούλωση, σκλαβιά
  2. η εξάρτηση, η υποταγή
  3. (νομικός όρος) εμπράγματο δικαίωμα για τη χρήση ξένης όμορης ιδιοκτησίας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη δούλος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δουλεία < αρχαία ελληνική δουλεία < δουλεύω < δοῦλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δουλεία θηλυκό

  1. η δουλειά, η εργασία
  2. αξιόλογα έργα, στρατιωτικά κατορθώματα
  3. στρατιωτική επιχείρηση
  4. στρατιωτική υπηρεσία
  5. (νομικός όρος) όπως δουλεία, νέα ελληνικά

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη δοῦλος

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική δουλεί αἱ δουλεῖαι
      γενική τῆς δουλείᾱς τῶν δουλειῶν
      δοτική τῇ δουλεί ταῖς δουλείαις
    αιτιατική τὴν δουλείᾱν τὰς δουλείᾱς
     κλητική ! δουλεί δουλεῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δουλεί
γεν-δοτ τοῖν  δουλείαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δουλεία < δουλεύω < δοῦλος

ζητούμενο λήμμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία