Δείτε επίσης: δουλειά

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δουλεία οι δουλείες
      γενική της δουλείας των δουλειών
    αιτιατική τη δουλεία τις δουλείες
     κλητική δουλεία δουλείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δουλεία < αρχαία ελληνική δουλεία < δοῦλος
για τον νομικό όρο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική servitude[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðuˈli.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δου‐λεί‐α δείτε και δουλειά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δουλεία θηλυκό

  1. η κατάσταση του δούλου, η υποδούλωση, σκλαβιά
  2. η εξάρτηση, η υποταγή
  3. (νομική) εμπράγματο δικαίωμα για τη χρήση ξένης όμορης ιδιοκτησίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία