Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξάρτηση εξαρτήσεις
γενική εξάρτησης
& εξαρτήσεως
εξαρτήσεων
αιτιατική εξάρτηση εξαρτήσεις
κλητική εξάρτηση εξαρτήσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξάρτηση < μεταγενέστερο ἐξάρτησις < ἐξαρτῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξάρτηση θηλυκό

  1. κρέμασμα
    το σημείο εξάρτησης ενός εκκρεμούς
  2. η κατάσταση κατά την οποία είσαι εξαρτημένος από κάποιον ή κάτι για την ικανοποίηση των αναγκών σου.
    η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα του
    η εξάρτηση της οικονομίας από το πετρέλαιο
  3. υποταγή σε κάποιον ισχυρότερο
    το κόμμα μας αντιστέκεται στην εξάρτηση της χώρας
  4. εθισμός
    η εξάρτηση από τη νικοτίνη
  5. (συντακτικό) ιεραρχική σχέση μεταξύ συντακτικών όρων.
    η εξάρτηση της δευτερεύουσας πρότασης από την κύρια πρόταση"

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία