Δείτε επίσης: εξάρτιση, εξάρτυση

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εξάρτηση οι εξαρτήσεις
      γενική της εξάρτησης
εξαρτήσεως*
των εξαρτήσεων
    αιτιατική την εξάρτηση τις εξαρτήσεις
     κλητική εξάρτηση εξαρτήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξάρτηση < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἐξάρτησις < ἐξαρτῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /eˈksar.ti.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐ξάρ‐τη‐ση
ομόηχα: εξάρτιση, εξάρτυση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξάρτηση θηλυκό

  1. το κρέμασμα
    το σημείο εξάρτησης ενός εκκρεμούς
  2. η κατάσταση κατά την οποία είσαι εξαρτημένος από κάποιον ή κάτι για την ικανοποίηση των αναγκών σου.
    η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα του
    η εξάρτηση της οικονομίας από το πετρέλαιο
     αντώνυμα: αυτονομία, αυτάρκεια
  3. η υποταγή σε κάποιον ισχυρότερο
    το κόμμα μας αντιστέκεται στην εξάρτηση της χώρας
     αντώνυμα: ανεξαρτησία
  4. ο εθισμός
    η εξάρτηση από τη νικοτίνη
  5. (συντακτικό) η ιεραρχική σχέση μεταξύ συντακτικών όρων.
    η εξάρτηση της δευτερεύουσας πρότασης από την κύρια πρόταση"

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη εξαρτώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία