↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξαρτησιογόνος η εξαρτησιογόνος
εξαρτησιογόνα
το εξαρτησιογόνο
      γενική του εξαρτησιογόνου της εξαρτησιογόνου
εξαρτησιογόνας
του εξαρτησιογόνου
    αιτιατική τον εξαρτησιογόνο την εξαρτησιογόνο
εξαρτησιογόνα
το εξαρτησιογόνο
     κλητική εξαρτησιογόνε εξαρτησιογόνε
εξαρτησιογόνα
εξαρτησιογόνο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξαρτησιογόνοι οι εξαρτησιογόνοι
εξαρτησιογόνες
τα εξαρτησιογόνα
      γενική των εξαρτησιογόνων των εξαρτησιογόνων των εξαρτησιογόνων
    αιτιατική τους εξαρτησιογόνους τις εξαρτησιογόνους
εξαρτησιογόνες
τα εξαρτησιογόνα
     κλητική εξαρτησιογόνοι εξαρτησιογόνοι
εξαρτησιογόνες
εξαρτησιογόνα
ομάδα '-ος -ος -ο & -α', Κατηγορία όπως «ζημιογόνος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
εξαρτησιογόνος < εξάρτηση + -γόνος (< γεννώ)

  Επίθετο

επεξεργασία

εξαρτησιογόνος -ος/-α -ο

  • που προκαλεί εξάρτηση, εθισμό
    το αλκοόλ και η νικοτίνη είναι εξαρτησιογόνες ουσίες

Συνώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία