Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δούλος δούλοι
γενική δούλου δούλων
αιτιατική δούλο δούλους
κλητική δούλε δούλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δούλος < αρχαία ελληνική δοῦλος < μυκηναϊκή 𐀈𐀁𐀫 (do-e-or) < χαναανική *dōʾēlu (υπηρέτης, ακόλουθος)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈðu.lɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δούλος αρσενικό (θηλυκό: δούλα ή δούλη)

  1. αυτός που έχει χάσει την ελευθερία και πολλά από τα δικαιώματα και βρίσκεται στην ιδιοκτησία κάποιου
  2. (μεταφορικά) που εξαρτάται από κάποιον ή κάτι
  3. (παρωχημένο) (μειωτικά) υπηρέτης

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία