Arrows blue.png Δείτε επίσης: Slave

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

slave (en)

  1. σκλάβος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

slave (en)

  1. σχετικός με έναν σκλάβο
  2. σκλάβος

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Από μια ρίζα αρχαίας σλαβικής από την οποία προέρχεται η λατινική sclavus. Δύο υποθέσεις υπάρχουν για την εξήγηση της λέξης « slave ».
  1. Η πιο προφανής και η πιο εύκολη έγκειται στη συνάρτηση της λέξης στην αρχαία σλαβική slava (« φήμη », « δόξα ») από την οποία προέρχονται οι λέξεις sláva sława και слава. Με άλλα λόγια, οι Σλάβοι θα είχαν αποκαλέσει τους εαυτούς τους « ένδοξους ».
  2. Η άλλη υπόθεση ξεκινάει από την αρχαία σλαβική slovo (« λέξη », « λόγος »), σύμφωνα με την οποία οι Σλάβοι ορίζουν τον εαυτό τους ως ανθρώπους που ξέρουν να μιλούν, των οποίων η γλώσσα είναι ευανάγνωστη. Αυτή η υπόθεση στηρίζεται κυρίως στο ότι στις σλαβικές γλώσσες ο όρος που σημαίνει έναν Γερμανό (τον πιο άμεσο γείτονα) προέρχεται από ένα επίθετο που σημαίνει «που δεν μιλάει»: στα πολωνικά και στα τσεχικά, οι λέξεις niemy / němý σημαίνουν « άφωνος, μουγκός », και Niemiec, Němec σημαίνουν « Γερμανός ».

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /slav/
slave 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
slave slaves

slave (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σλαβικός
    elle a le charme slave des Slovaques - έχει τη σλαβική γοητεία των Σλοβάκων

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

slave (fr) αρσενικό

  1. γλώσσα που μιλιέται από σλαβικούς λαούς, τα σλαβικά
    le russe est du slave - τα ρωσικά είναι σλαβικά
    le vieux slave - η αρχαία σλαβική

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

ΑναγραμματισμοίΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία