Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση πληθυντικός
ονομαστική υστερολατινικά
γενική υστερολατινικών
αιτιατική υστερολατινικά
κλητική υστερολατινικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υστερολατινικά < ύστερος + λατινικά

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

υστερολατινικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία