Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δουλίτσα δουλίτσες
γενική δουλίτσας
αιτιατική δουλίτσα δουλίτσες
κλητική δουλίτσα δουλίτσες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δουλίτσα < δουλειά + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δουλίτσα θηλυκό

  1. υποκοριστικό του δουλειά
  2. δουλειά, κάτι όχι ιδιαίτερο σοβαρό που έχω να κάνω
    έχω να κάνω κάτι δουλίτσες αύριο στο κέντρο
  3. (οικείο) δουλειά, εργασία
    κοίτα να βρεις καμιά δουλίτσα, ως πότε θα σε τρέφει ο πατέρας σου;

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία