Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

δουλίτσες θηλυκό

  1. δουλίτσα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού