Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δουλοπάροικος οι δουλοπάροικοι
      γενική του δουλοπαροίκου
& δουλοπάροικου
των δουλοπαροίκων
& δουλοπάροικων
    αιτιατική τον δουλοπάροικο τους δουλοπαροίκους
& δουλοπάροικους
     κλητική δουλοπάροικε δουλοπάροικοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δουλοπάροικος, λόγια λέξη < δούλος + πάροικος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δουλοπάροικος αρσενικό

  1. ακτήμονας καλλιεργητής κατά το Μεσαίωνα που ήταν εξαρτημένος από τη γη που καλλιεργούσε και δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από αυτήν· διέφερε από τον δούλο κατά το ότι δεν αποτελούσε ο ίδιος προσωπικά ιδιοκτησία ενός άλλου ανθρώπου, αλλά αν πουλιόταν η γη που καλλιεργούσε, μεταβιβαζόταν μαζί της και αυτός στον νέο κύριο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία