Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δοῦλος δούλω δοῦλοι
Γενική δούλου δούλοιν δούλων
Δοτική δούλ δούλοιν δούλοις
Αιτιατική δοῦλον δούλω δούλους
Κλητική δοῦλε δούλω δοῦλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δοῦλος < μυκηναϊκή 𐀈𐀁𐀫 (do-e-or) /dohelos/ < χαναανική *dōʾēlu «υπηρέτης, ακόλουθος».[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /dôː.los/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δοῦλος αρσενικό (θηλυκό: δούλη)

  1. δούλος
      αντώνυμα: δεσπότης
  2. δουλοπρεπής, δουλικός
  3. υποτελής
  4. δευτερεύων, εξαρτημένος

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • η λέξη σήμαινε, κυρίως, το άτομο που δεν έχει δική του γη και όχι εκείνον που είχε αιχμαλωτισθεί για να εργάζεται σαν δούλος τον οποίο ονόμαζαν ανδράποδο

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Rafał Rosół, Frühe Semitische Lehnwörter im Griechischen, Peter Lang, Φραγκφούρτη, 2013, σελ. 18.